Όλα κρατάνε μια στιγμή

Όλα κρατάνε μια στιγμή
ας μην με πιάνει ζήλια
ακόμα και η μεγαλύτερη επιτυχία
καταντά συνήθεια
ζούμε για μια στιγμή το άστρο
για μια στιγμή ανοίγουμε το στόμα
μπροστά στο πυροτέχνημα
μια λάμψη που σκορπίζεται
ας μαζέψουμε πολλές
πόσο πιο λαμπερή η ψυχή μας να γίνει πριν το θάνατο;
Με ένα κουμπί τον φυλακίζεις
μα θέλει ζωντανά μάτια να τον θαυμάζουν
πυροτεχνήματα που γίνονται αναμνήσεις
η ολοκλήρωση δεν έρχεται
όσα κλικ κι αν πατήσεις
μπαίνεις στο τριπ και τα αδειανά σου όνειρα γεμίζεις
μια εικονική πραγματικότητα είναι ό,τι σου μείνει
ένα αποτύπωμα θα ταξιδεύει στο άπειρο του κυβερνοχώρου
πάρε ένα μετέωρο βήμα
υπάρχει κι η ελπίδα να μην βρεθείς στο σκουπιδότοπο
και τι αλλάζει άπαξ και καταχωρηθείς και μνημονεύεσαι σαν σήμερα
πως θα το ξέρεις εσύ αυτό
και τι αλλάζει άμα μπεις και σε μουσείο;
Μετράει πόσα ή τι μάτια θα σε βλέπουν όταν τα πυροτεχνήματά σου
που φώτισαν κάποτε τους ουρανούς με το όνομα σου
γίνουν ανάμνηση;

Ο φαντάρος

Ο κόσμος βγαίνει
αλλάζει στέκια 
αποθεώνει σημεία των καιρών

Μονάχα ο στρατιώτης λαχταρά να ξαναβγεί
στην ίδια αυτή ρουτίνα που του στέρησαν,
και κλεισμένος τόσο χρόνο βλέπει τον κόσμο έξω νοσταλγία
ακόμα και τα βρόμικα πεζοδρόμια, τις άθλιες προσόψεις των κτηρίων

Τα κάγκελα έξω από τη μάντρα φαίνονται πάντα ομορφότερα.

Οι άλλοι όμως 
από ποια ρουτίνα λαχταρούν να ξεφύγουν;
Τι φταίει και δεν εκτιμάν την ελευθερία τους;

Ο κόσμος δραπετεύει
μαζεύεται σαν τα ποντίκια στο μετρό
σ΄όποια στάση κι αν κατέβεις
πάντα κάποιος περιμένει
εκτός κι αν είσαι τυχερός
ή άτυχος σαν τον φαντάρο
που ψάχνει για κόσμο.

Το χάραμα

Η πιο γλυκιά στιγμή του 24ωρου
είναι πριν το χάραμα
που ακόμα κυριαρχεί το σκοτάδι
και την ησυχία        
σπάνε τα τζιτζίκια του καλοκαιριού

τα διερχόμενα αυτοκίνητα
μια ξενυχτισμένης πόλης που πρέπει να γλεντά
τα τριζόνια της εξοχής
γύρω από μια σκηνή χιλιόμετρα
απ΄το καυσαέριο μακρυά

εκείνη την ώρα η μοναξιά
βυθίζεται στο όλον της ύπαρξης
και αποδέχεται τον εαυτό της με αγάπη

Φονικές ορδές

Φονικές ορδές κατέκλυσαν τους δρόμους
μοιράζουν ελπίδα φορούν τη φρίκη
υπερθέαμα
ο άρτος παραμένει υπόσχεση
εμείς θα δώσουμε το αλάτι
ας ψάξουν κι εκείνοι το ψωμί
το μπουκαλάκι της ελευθερίας
έχει κόκκινη φλόγα
μεταλλικές φωνές και άναρθρες κραυγές
μόλις το αίμα στάξει
ο στόχος θα φανεί
η επιλογή είναι κρίσιμη αλλά όχι ακατόρθωτη
δικός μας το είπε
εμείς θα τους κάνουμε φάρσα
κι ύστερα θα γλεντήσουμε
σαν ζόμπι στην ταράτσα



Ίδια Γεύση


Την ίδια γεύση έχει η εξάρτηση
την ίδια κι η ανεξαρτησία

μονάχα οι ρόλοι αλλάζουν

Το καρότσι της λαϊκής

Έπαψα να μετανιώνω
έπαψα να λυπάμαι και να θυμάμαι
για όσο κράτησε ήταν όμορφο
για όσο περπατούσες δίπλα μου σε αγαπούσα
για όσο κρατάει ένα σουξέ
για όσο κρατάει ένας κολικός
κι αυτό ήταν κάτι αληθινό και δεν θα μου το πάρεις
εσύ αν θέλεις πέτα το

Έπαψα να περιμένω να αλλάξει ο κόσμος
έπαψα να στεναχωριέμαι και να αναρωτιέμαι
που έφταιξα, τι λάθος έγινε, πως φέρονται έτσι;

Συχνά μια σχέση μοιάζει με καρότσι λαϊκής
τόσα κιλά σακούλες θα σηκώσει,
μα μόλις ξελασκάρει μια βίδα και φύγει το ροδάκι
ένα μάτσο άχρηστα σίδερα θα καταλήξει

στα σκουπίδια ή το πολύ πολύ σε μια αποθήκη,
κι εμείς με ένα σωρό σακούλες στα χέρια 
να περπατάμε ανύμποροι

Στην Ελλάδα της κρίσης

Λίγο πριν τα χαράματα
στη μέση του δρόμου
το φανάρι σταματημένο στο πορτοκαλί
κρύος αέρας μα το ποτό, που ακόμα να τελειώσω
περιμένοντας κάτι, με ζεσταίνει

Στέκομαι και παρατηρώ
τις λευκές γραμμές του οδοστρώματος
πεταμένα τσιγάρα, πούπουλα και κολλημένες τσίχλες
το κεμπαμπτζίδικο απέναντι γεμάτο κόσμο
στριμώχνονται για λίγη πέτσα
χοντρές, λεπτές, ξανθές,
όλες με στενά μπλουζάκια
σχεδόν γυμνές

για εκείνες είναι η εβδομαδιαία τους διασκέδαση
για μένα η ρουτίνα

θέλω να γυρίσω πίσω
στην Ελλάδα της κρίσης
στους χωματόδρομους του νησιού

Η δημοκρατία των σκύλων

Όταν βγάζω βόλτα το σκύλο μου
από τις μάντρες των σπιτιών ξεπροβάλλουν αγριεμένα πρόσωπα
Σαν λυσσασμένα κάνουν
φυλάνε την περιοχή τους
Στο δρόμο μια αγέλη σκύλων μου επιτέθηκε
δεν φρόντισε για αυτά ο δήμος
στο πάρκο κάποιοι αφήνουν ελεύθερους τους σκύλους
άλλοι αγοράζουν μακρύτερο λουρί
Στο δρόμο γεμίζουν με ακαθαρσίες
στο πάρκο παράγουν λίπασμα         

Τα σκυλιά του οικοδεσπότη με υποδέχονται περιεργαστικά
Τα σκυλιά τα αδέσποτα κάτι ζητάνε από μένα
με ακολουθούν, με κοιτούν και με ραγίζουν
Τα σκυλιά του οικοδεσπότη δεν κάθονται ήσυχα
κι όλο γαβγίζουν
Τα σκυλιά των δρόμων κουβαλούν αρρώστιες
Το σκυλί του νοικοκύρη δάγκωσε μωρό
το σκυλί του νοικοκύρη το προστάτεψε
Το κουτάβι ο νοικοκύρης το εξόντωσε
το κουτάβι ο νοικοκύρης περιμάζεψε

Όταν λείπεις σου κρατάνε μούτρα
όταν μένεις σε κοιτούν ερωτευμένα
και όταν έρχεσαι ανυπομονούν
Όταν τα αφήνεις σε τυλίγουν με ενοχές
όταν τα κρατάς γίνονται φορτικά
σε μαθαίνουν τι θα πει φροντίδα
Οι σκύλοι μοιάζουνε με τους ανθρώπους

ίσως για αυτό να ΄ναι οι καλύτεροι φίλοι τους

Η φυλακή της Θρησκείας

Η φαντασία προσφέρει ελευθερία
κάποτε όμως μπορεί να γίνει φυλακή
σε μια πίστη που δεν έχει λογική

Είμαστε πάτσι

Αντάλλαξες την περηφάνια σου για μαγικά φασόλια
που είχαν όμως ξεθυμάνει

και τώρα πια καμία γέφυρα δεν μπορεί να μας ενώσει
βρήκες μονάχα μια κότα στείρα
και για χρυσάφι άνθρακα

αντάλλαξες τις ιδέες σου
την αγνότητα στα μάτια σου
για μερικές στιγμές σε αναρτήσεις
για δυό ακραίες συγκινήσεις

έχασες την αφέλεια που με τσάκιζε
βρόμισες την αθωότητα
που με επέστρεφε
τώρα είμαστε ίδιοι

δεν μου χρωστάς δεν σου χρωστάω

Η αισιοδοξία των αστεριών

Τι αισιοδοξία να έχουνε τα αστέρια;
Τα βλέπουμε λαμπρά την ώρα που χάνονται
Λυτρώνουμε τη ματαιοδοξία μας,
την ώρα που αυτά πεθαίνουν,
κάνοντας ευχές.

Βόλτα στο Εμπορικό



Στο κέντρο της πόλης το επιβλητικό εμπορικό κατεβάζει ρολά
κατηφορίζει μια διαδήλωση δίχως νόημα
υποτονική
κι όμως οι περαστικοί έχουν μάθει να λαμβάνουν μέτρα
να ζουν με το φόβο
κρύβονται πίσω από τις λαμπερές, αλεξίσφαιρες τζαμαρίες.
Οι υπάλληλοι το έχουν συνηθίσει
όπως και πολλά άλλα
"να κοιτάς τη δουλειά σου".

Ένα ζευγάρι χίπστερ περνώντας ανάμεσα
σπέρνει μια ανόητη γοητεία
ας πάω να πιω έναν καφέ κι εγώ
να βρω ένα τραπέζι σε μια γωνιά να κρυφτώ
να παρατηρώ...

Ο καιρός είναι καλός
ό,τι πρέπει για περίπατο

κι ας μη ζεσταίνει τις καρδιές ο ήλιος.

Όνειρα ή Πράξεις;

Ακόμα και οι πράξεις οι καλές
γίνονται συνήθεια βαρετή
Ο άνθρωπος δεν ησυχάζει
Οι πιο όμορφες στιγμές που ζούμε
κάποια στιγμή χωλαίνουν
Κάνουμε όνειρα 
κι αυτό είναι πιο σημαντικό
Η φαντασία μας ποτέ δεν ρημάζει 
ποτέ δεν έβλαψε κανένα
οι πράξεις όμως όσο ωφέλησαν 
άλλο τόσο έβλαψαν κιόλας.

Νεκρά Θάλασσα

Δρόμοι γεμάτοι θύελλες κι οάσεις
δρόμοι που υποσχέθηκαν μετάξι
Πάνω στη Νεκρά θάλασσα η αντανάκλαση
ενός γεμάτου φεγγαριού
σε απόλυτη αρμονία με ένα σκονισμένο
από την έρημο ουρανό
σε μια γαλήνια κι απέραντη ακτή
με διαβαθμίσεις αλατιού κυματιστές
να κρατούν το χώμα μακρυά από το νερό

Η μπλούζα που φόραγες στον ύπνο σου

Δεν μπορούσα να σε ξεκολλήσω απ΄την οθόνη
ούτε εσύ εμένα
τις Κυριακές δεν ήθελες όταν ξυπνούσαμε να τρώμε πρωινό διαβάζοντας εφημερίδες

Όταν έφυγες άρχισα να σε αποζητώ ξανά
Σνίφαρα σαν ναρκωτικό τη μπλούζα που φόραγες στον ύπνο σου
είχε μείνει έντονο το άρωμά σου
από φόβο μην ξεθυμάνει την έκλεισα στο ντουλάπι
όταν το άνοιξα να σε μυρίσω
το άρωμα είχε χαθεί
το ύφασμα είχε ποτιστεί απ΄τα βιβλία.

To κενό που δημιούργησες μέσα μου

Πρέπει να προσέχεις
To κενό που δημιούργησες μέσα μου
συσσώρευσε πολλή ενέργεια
αν εκραγεί θα σε λερώσει απ΄την κορφή ως τα νύχια



Και τι δεν έκανα...

Και τι δεν έκανα απ΄το σχολείο μέχρι εδώ
τώρα που βαρέθηκα
και κάθομαι σπίτι μου
στον καναπέ μου να βουλιάζω
Εξερεύνησα την πόλη
σκοτώθηκα στην πλατεία
το αποτύπωμα απ΄τις ρόδες μου
σ΄όλη την Aθήνα
και προφυλακτικά
πίσω απ΄την εκκλησία
μέτρησα σκαλοπάτια
σκαρφάλωσα σκαλωσιές
σήκωσα γέφυρες
μα πάντοτε θα χρειάζονται μια θυσία
πολύτιμο αίμα
για να στεριώσουν κι αυτές.

Ο Κουτσομπόλης

Δεν το ξέρω αυτό
πότε έγινε;
Αρπάζει το αυτί μου
καθώς περπατώ
και σκέφτομαι χαιρέκακα
Πάντα κάτι θα γίνεται
μην θες να τα μαθαίνεις όλα!

Καταφύγιο

Μεγάλο καταφύγιο η εκκλησία
εκεί καταλήγουν οι γέροι που δεν έζησαν πολλά
εκεί και εκείνοι που ζήσανε αμαρτίες
και τώρα δεν μπορούν να ζήσουν πια

Γεμίζοντας μια σελίδα

Δεν κάνεις τίποτα μου λέει
κι όμως οι λέξεις που χρειάζεται για να περιγράψω τι έκανα
όλη αυτή την ώρα γεμίζουν και μια σελίδα
αυτός όμως
σε μια ώρα
πόσες πια σελίδες παραπάνω
μπορεί να σκεφτεί να γράψει; 

Στις οθόνες...

Δεν αντέχουμε τα θέλω μας
και χτίζουμε ψεύτικες πραγματικότητες
Στις οθόνες βλέπουμε τη ζωή που κυλάει
και παραμένει στάσιμη
βομβαρδισμός συναισθημάτων
εναλλαγές αρωμάτων
Σαν αράχνες ο ένας στο δίχτυ του άλλου
προσπαθούμε να αναρριχηθούμε
Δεν μπορούμε να μισιώμαστε για πάντα
μα δεν προλαβαίνουμε να αγαπηθούμε και πολύ

Μόλις Χθές...

Μόλις χθές βγαίναμε με φίλους
που μας ζήλευαν
Πηγαίναμε στα κλαμπς και χορεύαμε
μόλις προχθές με φιλούσες στα χείλη
τρώγαμε στα ταπεράκια της μαμάς
και βγάζαμε το σκύλο βόλτα
Μόλις χθές νόμιζα πως μ' είχες συγχωρέσει
η ανακούφιση κράτησε λίγο
τα αθώα μηνύματα που αντάλλαζα
να σπάω πότε πότε τη ρουτίνα
να αισθάνομαι κι εγώ αρσενικό
κυνηγός και ποθητός
ίσως και ελεύθερος απ΄την εξάρτησή σου
τα μάζεψες και μου εξαπέλυσες μια ετεροχρονισμένη εκδίκηση
Τώρα παίρνω τους φίλους για συμβουλές
κρυφοκοιτάω έξω απ΄το σπίτι σου να δω μήπως και κάποιος άλλος
πρόλαβε να καταλάβει τη θέση μου
σκέφτομαι το χειρότερο σενάριο και περιμένω στο τηλέφωνο μια ελπίδα
έκανα και μια εγχείρηση και προσφέρθηκες να βγάλεις τα ράμματα,
τις πληγές όμως που μου'χεις αφήσει ανοιχτές ποιος θα τις ράψει;

Ιερουσαλήμ

Όταν ξημέρωσε ο Μοχάμεντ πήρε απ΄το χέρι την Δεββώρα, επισκέφτηκαν την εκκλησία, ο Σεβαστιανός είχε χάσει τον πατέρα του. Ο ναός δεν ήταν ξένος, η μυρωδιά από το λιβάνι τους βοηθούσε να προσαρμοστούν. Το ίδιο συναίσθημα αισθάνονταν και οι τρεις, παρά τις διαφορές τους. Τις ίδιες εικόνες μοιράζονταν τα μάτια τους. Μονάχα τα αρώματα που κουβαλούσαν οι σκιές τους διέφεραν.
Ο Μοχάμεντ τηρούσε το ραμαζάνι, έτσι λοιπόν η Δεββώρα του έκανε παρέα, δεν έφαγε κι εκείνη τίποτα να μην προβάλει πειρασμούς. Ο Σεβαστιανός μονάχα ένα καφέ κατάφερε να πιει και υποσχέθηκε να τους φυλάξει λίγα κόλλυβα κι ας μην τα έτρωγαν, έτσι για το καλό.

Μετά την κηδεία οδήγησαν τον φίλο τους στους κήπους της πόλης και ξάπλωσαν κάτω από τους φοίνικες και τις ελιές. Παρακολουθούσαν τις ακτίνες του ήλιου να γλιστρούν στις φυλλωσιές. Το δράμα τους φάνταζε μικρό μπροστά σε εκείνους τους ογκώδεις λίθους που συγκρατούσαν την Ιερουσαλήμ.

Ξημέρωσε Σάββατο, η απόλυτη ησυχία έσπαγε πότε πότε με ένα φτερούγισμα. Με το ηλιοβασίλεμα η Δεββώρα ετοίμασε το δείπνο. Κάθησαν γύρω απ΄την εννιάφωτη λυχνία κι έφαγαν με όρεξη. Ο Μοχάμεντ δοκίμασε απ΄το ευλογημένο κρασί ενός Ορθόδοξου Ραβίνου και ο Σεβαστιανός τσούγκρισε τα ποτήρια τους στην υγειά εκείνων που τη ζωή θα συνέχιζαν.

Δεν μπορώ να απολαύσω τον έρωτα

Δεν μπορώ να απολαύσω τον έρωτα
ούτε τον ύπνο
ο ένας σε οδηγεί στην τρέλα
κι ο άλλος είναι ο δίδυμος αδερφός του θανάτου
κι εμείς τραβάμε τζούρες για να παρατείνουμε τη ζωή μας

Η αναντιστοιχία του έρωτα


Έρωτας είναι και αυτός της μιας βραδιάς
Έρωτας κι εκείνος των πολλών
και όλοι ξέρουμε σήμερα
όσοι κυρίως ζούμε στη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού
πού καταλήγει εκείνος που θα συνεχιστεί για περισσότερες....

Χορτοφαγία;

Πέφτεις στο κρεβάτι σαν κομμάτι κρέας
ξαπλώνεις σαν τον αστερία
δέχεσαι τον κανιβαλισμό μας
Πολύ θα ήθελα να σε κρεμάσω ανάποδα
με ένα αγκίστρι περασμένο στα χείλη σου
Σκέφτηκα να γίνω χορτοφάγος
μα και πάλι αν σε συμπεριλάβω στο μενού
τέτοιο συναισθηματικό φυτό που είσαι
θα είναι σαν να συνδυάζω
μπριζόλα με σαλάτα
και δεν χρειάζομαι δίαιτα
Θα προτιμήσω να επισκεφτώ ένα καλό εστιατόριο
το ίδιο χαμογελαστοί υποκριτές θα είναι και οι σερβιτόροι
τα ίδια λεφτά θα χαλάσω
τον ίδιο κόπο και χρόνο θα χάσω
Ας πεθάνω από χοληστερίνη 
τουλάχιστον θα έχω νιώσει
είναι και το ντεκόρ μια σημαντική λεπτομέρεια.


Ανακαίνιση

Πάλι συγύρισα το σπίτι
κι ανακάλυψα παλιά τραγούδια μου
απόρησα τι τη φυλάω τη σαβούρα τόσο καιρό
κι αυτά όπως κι εσύ θέλουνε πέταμα
θα κάνω μια ανακαίνιση.
Λεφτά δεν έχω
ευτυχώς έχω φίλους.

Άγαλμα

Αφού με βύθισες στο σκότος
τώρα γυρνάς με ένα φακό
στο φως να μ΄ανασύρεις;

Ο φόβος του ανεκπλήρωτου



Κάθε φορά που πέφτω να κοιμηθώ

με πιάνει ο φόβος του ανεκπλήρωτου

λίγο ακόμα να κρατήσω τις αισθήσεις μου

πόσα έργα θα μπορούσα να δημιουργήσω

τις ώρες που με επισκέπτεται

ο αδελφός του θανάτου

και το δέρμα μου ψάχνει την αθανασία

και τα όνειρα σκάβουν στο ασυνείδητο

η επόμενη μέρα ας είναι όπως κι η χθεσινή

να αρχίσει με καφέ και τσιγάρο

με την ίδια βούληση για ζωή

Μια Πρωτοχρονιά

Μικρός αναζητείς να μάθεις την αλήθεια για τη ζωή
στερνή μου γνώση να σ΄είχα πρώτα τραγουδάς μεγάλος
Μικρός πασχίζεις να πάρεις τα εύσημα , τα μπράβο
σε έναν ατέρμονο αγώνα δρόμου με τη φύση, το χρόνο,
τους άλλους ανθρώπους
Κι όλα τα βραβεία σου θα τα ΄χεις να τα δείχνεις γέρος
σε σκονισμένα ράφια
ανήμπορος πια ο,τι κι αν είσαι, όπου κι αν βρίσκεσαι
με μια τσάντα γεμάτη χάπια κι αναμνήσεις
Κι οι μέρες κυλάνε σαν νερό
Γιαυτό προτίμησες να συνηθίσεις
μόνο μερικές φορές το χρόνο
να κάνεις τις νύχτες μαγικές
μια Πρωτοχρονιά
έναν 15αύγουστο
ένα Σάββατο.

Τα ζώα της φάρμας στο χωριό

Στο χωριό μου ο θείος ο Σιδερής είχε γουρουνάκι
κάθε φορά που πήγαινα το χάζευα
προσπαθούσα να το προσεγγίσω
να το χαϊδέψω
το παρατηρούσα με τις ώρες
στεκόμουν έξω από την περίφραξη
μιμόμουν τους ήχους του
άρχισε να με θυμάται
περνούσα και μου φώναζε
σηκωνόταν στο φράχτη να το δω
να το χαιρετίσω
ύστερα τέλειωσε το καλοκαίρι
μου το 'στειλαν σε δέμα απ΄το χωριό
κι ανάψαμε το μπάρμπεκιου
δεν ήξερα με τι είδους τύψεις το 'τρωγα
μετά από τόσο καιρό
είχαμε προβάλει τις αντιρρήσεις μας στο θείο
αλλά ο νόμος της φάρμας δεν αλλάζει

Στο ίδιο σπίτι η θεία Τζένη
φρόντιζε και μια κοτούλα
μικρή όταν ήταν πιάστηκε το ράμφος της στην πόρτα
στράβωσε μια για πάντα
μεγάλωσε κι η όψη της ήταν αλλόκοτη
δεν ήξερα αν με αηδίαζε ή αν τη λυπόμουν
κανείς δεν την ήθελε αυτή την κότα
είχε όμως καταφέρει να διεκδικήσει μια θέση έξω απ΄το κοτέτσι
κυκλοφορούσε ανενόχλητη πάνω κάτω στην αυλή
η θεία της έδινε μεγάλη προσοχή
δεν είχε δικά της παιδιά
της έφτιαχνε ξεχωριστά ρυζάκι κι ο,τι άλλο
όταν φύγαμε ο θείος έστειλε πεσκέσι τα μπουτάκια
αδύνατον να μαγειρέψει, αδύνατον να φάει
απαρηγόρητη η καημένη θεία
δεν είχε σκοπό της να αναθρέψει αυτή την κότα για να της τη σφάξουν
πίστευε ίσως πως η ασκήμια ήταν το τίμημα για την ελευθερία της

Κάποιος όμως γλίτωσε σ΄αυτή τη φάρμα
όσο ζούσε η γιαγιά Αληθινιώ
ήταν μια έξυπνη κοτούλα που όλο γεννούσε αυγουλάκια
κι όλο της τα παίρναμε
μια μέρα πονήρεψε κι εξαφανίστηκε
Που είναι η κότα βρε, που πήγε η κοτούλα μας;
Η κότα ηπέτασε μια μέρα
πήγε και βρήκε μια κρυψώνα
κάμποσους μήνες ήταν άφαντη
έθρεψε τα μικρά κοτόπουλα
και να ΄σου τη μια μέρα καμαρωτή καμαρωτή
να επιστρέφει και πίσω τα κλωσόπουλα σειρά
στάθηκε έξω από την πόρτα στην αυλή
περιμένοντας να έρθει η γιαγιά μας να τη δει
κι από τότε συνέχισε να μας προσφέρει τα αυγά της
χωρίς να ξαναφύγει

Όταν πεθαίνει ο σκύλος της οικογένειας

Είχε δυο γατιά από μικρά
τα τάϊζε στον κήπο
μέχρι που φτάσαν 20 χρονών σε ανθρώπινη ηλικία
μεγάλωσαν με ανθρώπινη αγάπη
μα ήταν απρόσεχτα με τα ανθρώπινα αυτοκίνητα
το ένα έμεινε τυφλό, το άλλο το τύλιξε σε μια κουβέρτα
ήταν ασήκωτο
την βοήθησα να το μεταφέρει στο βουνό

Ύστερα σε ένα άλλο σπίτι έσβησε κι η φλόγα μιας μικρής σκυλίτσας
εκεί όμως το περιμέναμε
είχε πια γεράσει ήταν πάντα σκυθρωπή
δεν σήκωνε χαδάκια από άγνωστο
ο δεύτερος μικρός σκυλάκος έμεινε μόνος
στεναχωρέθηκα
σαν κουτάβι φοβισμένος, μαθημένος με τους ανθρώπους
και με τη συντροφιά μιας γιαγιάκας
πως τώρα να εκπαιδευτεί στη μοναξιά;
Όταν βλέπει άλλα σκυλιά σκαρφαλώνει πάνω στα πόδια μας
πως θα κάνει χωριό μονάχος του;
Μεγάλωσε κι αυτός, ήδη μετράει 5 χρόνια
κι εγώ τον βλέπω σαν μωρό

Άλλη μια σκυλίτσα έφυγε ξαφνικά
μόλις χθες την χαιρετούσα, ήταν γλυκιά
παρατηρήσεις της έκαναν τα αφεντικά
ποιος να το περίμενε
μα μες στην ατυχία μας εκείνη ήταν τυχερή
μπαμ και κάτω
έτσι θα τη θυμόμαστε ακμαία και χαρωπή

Αν πάθει κάτι ο δικός μας θα πεθάνω
σαν παιδί τον έχουμε παραχαϊδεμένο
Ακόμα να μας αξιώσουν κι οι Θεοί με έναν διάδοχο
το πολεμάμε
μα όταν πεθαίνει σκύλος στην οικογένεια
είναι σαν να πεθαίνει άνθρωπος
σαν να σου παίρνουν μακρυά το λούτρινο αρκουδάκι σου
και γίνεσαι ξανά τεσσάρων
μα το σκυλί σου ούτε τα 20 δεν έφτασε κι είναι άδικο

Μέχρι να φύγεις πάλι



Ήξερα πως θα γυρίσεις
το περίμενα
η σιγουριά με φόβιζε
Δεν ήθελα να ρθει αυτή η στιγμή
ποτέ ξανά
ήθελα να ξεφύγω
δεν θες όμως εσύ
Γύρισες πίσω κι έτρεξες σ΄αυτά που σου ΄μαθα
γύρισες πίσω κι ο,τι κράτησες είχε την υπογραφή μου
γύρισες κι ο,τι αντίκριζες σου θύμιζε εμένα
εγώ σου έμαθα τους δρόμους
τις δικές μου σκιές κρύβουν οι πόρτες που ανοίγεις
μέχρι να φύγεις πάλι
μα τη δική μου σκιά τώρα ακολουθεί ένας άλλος
κάποιος που ανυπομονεί 
δεν με ψάχνει από τα ίχνη μου
αλλά έρχεται κατευθείαν σε εμένα

Τα δέντρα στον κήπο μου

Τα δέντρα στέκονται στο ίδιο σημείο
κάθε βράδυ το ίδιο τοπίο
στην ίδια αυλή απλώνουν ρίζες
τίποτα δεν δείχνει να κινείται
πέφτουν τα φύλλα με τον άνεμο
τα κλαδιά λυγίζουν απ΄το βάρος
ο κορμός σε λίγο θα φτάσει το μπαλκόνι
δεν φαίνεται που με τα χρόνια μεγαλώνει
Τα δέντρα δέχονται πουλιά
στολίζονται πότε με φωλιές και πότε με λαμπάκια
στον τοίχο του σπιτιού ρωγμές
κι όμως δεν φαίνονται οι αλλαγές
Έτσι κι εγώ στην ίδια σιγουριά
όπως και χθές, πετάω στον κήπο τα τσιγάρα

Παρατημένο οικόπεδο

Στο ξεχασμένο οικόπεδο
εκεί που κάποτε έπαιζαν ποδόσφαιρο
χρόνια έχει να φανεί παιδί

Μόνο περαστικοί που βγάζουν βόλτα τους σκύλους

Τριγύρω μπάζα, σκουπίδια πεταμένα
κι ανάμεσα σε κόπρανα και πέτρες
κρυμμένο πίσω από αγριόχορτα
ένα μικρό λουλούδι έχει φυτρώσει
έχει έξι πέταλα απαλά και μακρόστενα
σαν λεπτές μεμβράνες με αρτηρίες φούξια

Πρώτη φορά σε αγριόχορτα φυτρώνει κάτι τέτοιο
Ποιο έντομο μετέφερε τη γύρη του;
Τι λίπασμα χρειάστηκε;
Ποιο σαλιγκάρι κατοικεί κάτω απ΄τα φύλλα του;
Άραγε θα φυτρώσουν κι άλλα;

Το παρατημένο οικόπεδο ανάμεσα σε πολυκατοικίες
ας γίνει ένα λιβάδι από τέτοια μικρά λουλούδια...

Καψούρα

Δεν θέλω να με σώσεις 

προτιμώ να πεθάνω απ΄την καψούρα


παρά να ζήσω με τα τραύματα

Μη φέρνεις τον πυροσβεστήρα

προτιμώ να γίνω στάχτη

παρά να ζήσω με τα εγκαύματα

Μια νύχτα στο Τρένο Θεσσαλονίκη-Αθήνα


Ταξιδεύοντας με τρένο Θεσσαλονίκη-Αθήνα, υποστήκαμε πολύωρες καθυστερήσεις. Δεν υπήρχε άνθρωπος να ρωτήσουμε για τις θέσεις μας, ταλαιπωρηθήκαμε ώσπου να βρούμε άκρη. Μόνο όταν έπρεπε να ελεγχθούμε για λαθρεπιβίβαση εμφανίστηκαν κάποιοι, δικαιολογώντας και τις βρόμικες ή εκτός λειτουργίας τουαλέτες, δήθεν πως εμείς ευθυνόμαστε για την κατάστασή τους, ως χαρακτηριστικά ασεβείς επιβάτες. Μάλλον ως Έλληνες, έριξα πυροτεχνήματα στους γέρους και τις οικογένειες γύρω μου, άναψε η κουβέντα, ξεσηκώθηκαν μέχρι και τα τελευταία καθίσματα, από μικρούς φοιτητές που γελούσαν. Μια από τις αφορμές ήταν κι ένας ζητιάνος που παραπονιόταν πως δεν έχει να ταΐσει τα μικρά παιδιά του, με το ένα ανάπηρο. Απόρησα πως διάτανο στην ηλικία του και με την φάτσα που ΄χει κατάφερε όχι μόνο να κάνει τέσσερα παιδιά, αλλά να βρει και γυναίκα βασικά. Όλοι έδειχναν κουρασμένοι και κρυωμένοι. Οι γιαγιάδες με συμπάθησαν, βγήκε το μητρικό τους και με σκέπαζαν, αφού κορόιδεψαν τις φήμες περί επιστροφής του Τέως και το επικείμενο νέο κόμμα του γοητευτικού πρίγκηπα Νικολάου. Όσοι θέλησαν να ξεπιαστούν απ΄το ατέλειωτο ταξίδι στο σκοτάδι, άραξαν στο βαγόνι του κυλικείου. Πριν μεταλλαχθεί σε τεκέ απ΄το ντουμάνι, μιας που το καλό παράδειγμα το είχαν δώσει πρώτοι οι εργαζόμενοι στο κυλικείου, που κάπνιζαν και κουτσομπόλευαν συνεχώς, σερβίροντας τα υπερκοστολογημένα προϊόντα τους. Ανάψαμε κι οι υπόλοιποι να ξεχαρμανιάσουμε, να νιώσουμε πως κάτι κάνουμε μπας και περάσει η ώρα. Εγώ βρήκα μια θέση στο παράθυρο, άρχισα να γράφω και λίγο αργότερα ένας χαρούμενος νεαρός, που φαινόταν κομψός, σοφιστικέ, ντυμένος στα μαύρα, με γένια παπαδίστικα και κομποσκοίνια, κάθισε δίπλα μου βγάζοντας, από μια δικηγορίστηκη τσάντα, ένα μικρό βιβλίο κι ένα τετράδιο, άρχισε να σημειώνει και μάλλον κάτι να μεταφράζει, ίσως κάποια έρευνα θρησκευτικού περιεχομένου. Μόλις άκουσα τη φωνή του σιγουρεύτηκα, ρωτούσε έναν συνομήλικο του αλητόφατσα, μάλλον απ΄την Ξάνθη, εντελώς σκουρόχρωμο αλλά σεξουαλικό τύπο, αν έχει επισκεφτεί την μονή τους κάπου στα βόρεια.
Κατάλαβα καλά μωρέ;
Προσευχές στα γόνατα και κάτω από το πετραχήλι να ευλογείται. Κρίμα τα νιάτα του, γιαυτό φαινότανε καλό παιδί, κάνας καημένος θα είναι, gay σε ημιάρνηση, εξιλεώνοντας την αμαρτία του με την αγάπη του θεού.