Μια βόλτα στο Άμστερνταμ (+photoreport)

Σαν το παραμύθι Χάνσελ και Γκρέτελ, το Άμστερνταμ είναι η χαρά του ξέγνοιαστου τουρίστα, αν δεν κρυώνει, αν έχει μπόλικο χρήμα για ξόδεμα, αν μείνει παραπάνω από 5 ημέρες για να μην χάνεται, μπερδεύοντας τις δαιδαλώδεις, πανομοιότυπες, γειτονιές, με τα ίδια κτήρια και γεφύρια. Μοναδική αρχιτεκτονική με σπίτια που μοιάζουν σαν ζαχαρωτά, την οποία όμως μπορεί κανείς να συναντήσει και σε άλλες γειτονικές χώρες. 


Αν και μιλάνε αγγλικά ακόμα και οι γιαγιάδες που εργάζονται στα εκδοτήρια των σταθμών, η σήμανση μου φάνηκε απαράδεκτη, για μια τόσο τουριστική πόλη. Οι ταμπέλες είναι μεν σε λατινικό αλφάβητο αλλά όχι στα αγγλικά, η γλώσσα αυτή δύσκολα διαβάζεται, μια λέξη μπορεί να περιέχει 10 σύμφωνα και 5 φωνήεντα μόνο. "Ξααλσταγγκαντζνατ" δεν ξέρω τι σημαίνει αλλά μόνο μέχρι εκεί κατάφερνα να διαβάζω, ενώ στο τέλος η προφορά μου φαινόταν στους ντόπιους ακατανόητη. Το ίδιο όνομα μπορεί να είχε μια γειτονιά, η οδός, η πλατεία η περιοχή ολόκληρη κι άντε να βγάλε άκρη!

ΠΕΣ ΠΟΛΥΤΡΟΠΟΝ / Το στρουμφόσπιτο της τέχνης +photoreport

Ο Γαβριήλ και η Γωγώ Μιχάλη εδώ και μερικά χρόνια κατοικούν, μαζί με μια σκυλίτσα που κοιμάται αγκαλιά με δύο πονηρές και παχουλές γάτες, στα Καλύβια Θωρικού.

Τους ζηλεύω γιατί έχουν δημιουργήσει έναν ξεχωριστό πολυχώρο, στον οποίο πραγματοποιούνται από εκθέσεις καλλιτεχνών και εκδηλώσεις πρεσβειών, μέχρι γιορτές κρασιού. Εκεί τους επισκέπτονται οι φίλοι και οι ενδιαφερόμενοι, για καφέ ή για αποκριάτικα πάρτι. 


Με μια μεγάλη εξωτερική αυλή, γεμάτη πράσινο και μποστάνια, που συνεχώς εμπλουτίζεται με γλυπτά, κάδρα ζωγραφικής, διαφόρων Ελλήνων και ξένων, σημαντικών, όσο και φίλων, καλλιτεχνών.


Ο μυστικός αυτός χώρος τέχνης βρίσκεται στην κεντρική πλατεία της εκκλησίας Ευαγγελιστρίας. Τουλάχιστον 600 αυθεντικά έργα Ελλήνων καλλιτεχνών, εκτίθενται και πωλούνται εκεί, από 150 μέχρι 15.000 ευρώ, ενώ οι συλλογές χρονολογούνται από το 1948 μέχρι το 2016!

Άνδρος +Photoreport

Η Άνδρος φαίνεται να είναι ένα νησί μεσοαστών, με εφοπλιστές να κατεβαίνουν από το Λονδίνο για τριήμερο και να προσγειώνονται με ελικόπτερα. Δεν θέλουν όμως τουρισμό, γιαυτό και οι λακκούβες στους στενούς δρόμους μετράνε δεκαετίες. Αν γινόταν πόλεμος σίγουρα θα παρέμενε στην Ελλάδα, μόνο δυό ώρες από το λιμάνι της Ραφήνας.
Αισθάνθηκα το μέρος γνώριμο, καθώς έχω επισκεφτεί και την Τήνο.
Το λιμάνι του Γαυρίου μοιάζει με ψαροχώρι που εξαναγκάστηκε να φιλοξενεί σύγχρονα πλοία.

Κατά μήκος του δρόμου διαφημίζεται πολύ το real estate. 
Το σπίτι που έμεινα ήταν εντελώς διαφήμιση Total 0% και στο μυαλό μου κόλλησε "η ζωή που περνάει και χάνεται" του Σπανουδάκη. Φυσικά κάποιοι διαμαρτύρονταν για το ζεστό νερό, ενώ άλλοι για τα μαμούνια.

Το ηλιοβασίλεμα, αν βρίσκεται μπροστά σου μια πισίνα που βλέπει θάλασσα, δεν έχει να ζηλέψει κάτι από Θήρα, ούτε από τις βίλες κουτάκια της Μυκόνου.
Ο καιρός την πρώτη μου μέρα ήταν μουντός, οι λιγοστές ακτίνες που έπεφταν στο γρασίδι, διαχωρισμένο από πετρόχτιστες μάντρες, τόνιζαν έντονα το πράσινο χρώμα.
Πρωτεύουσα θεωρείται η "Χώρα", που μου θύμησε την Κέρκυρα, με αρχοντικά χτισμένα σχεδόν πάνω στα ερείπια του παραθαλάσσιου Ενετικού κάστρου. 
Πλακόστρωτα στενοσόκακα οδηγούν στην παραλία, που για να ξανανέβεις σκαρφαλώνεις αμέτρητα σκαλοπάτια, λαξευμένα στο βράχο.

Μούχρωμα στην Καρύταινα (+phototrip)



Ξεκινώντας για Καρύταινα, είπαμε να κάνουμε μια στάση στη Δημητσάνα, πως καταφέραμε να βρεθούμε στις Μυκήνες και τη Νεμέα είναι ανεξήγητο. Πηγαίνοντας από την παλιά εθνική οδό, γλιτώνεις διόδια, αλλά παίρνει περισσότερη ώρα, στο γυρισμό όμως μπορείς πάντα να σταματήσεις στις ψαροταβέρνες και να προμηθευτείς φρέσκα μύδια και στρείδια, ή να θαυμάσεις τη διαστημούπολη της Ελευσίνας νύχτα. Εγώ πάντα σταματώ για ένα σουβλάκι στους Αγίους Θεοδώρους, ή πηγαίνω βόλτα στην παραλία να χαζέψω ντόπιους.
Το gps μας έβγαλε σε χωριά που μοιάζαν στοιχειωμένα, όπως η "Σκοτεινή" νομού Αργολίδας, επέμενε πως ο δρόμος για Δημητσάνα περνούσε απ΄τα βουνά, ο δρόμος όμως μετά από κάποια χιλιόμετρα κι αφού παίξαμε χιονοπόλεμο δεν ήτανε πια προσβάσιμος χωρίς αλυσίδες. Αναγκαστήκαμε λοιπόν να γυρίσουμε πίσω, χαθήκαμε, ανεβοκατεβήκαμε βουνά και στο τέλος αναγκαστήκαμε να πάμε από τον σίγουρο δρόμο, πληρώνοντας τελικά κι από τρεις σταθμούς διοδίων. Σταματήσαμε για κρέπα στην Τρίπολη, η οποία φαίνεται να έχει αρχίσει να αποκτά μεγάλη κίνηση. Οι βιτρίνες της πολύ εκλεπτυσμένες, που κανείς δεν θα περίμενε από την επαρχία, αφού και η αρχιτεκτονική της θυμίζει λίγο από Ναύπλιο, λίγο από Πάτρα. Είχε κι η Τρίπολη με τη σειρά της υιοθετήσει μια αισθητική όμοια με την Ιταλικότατη Κέρκυρα, όπως όλο σχεδόν το Ιόνιο. 

Άξιζε όμως τον κόπο, αν και φτάσαμε 11 το βράδυ μας περίμενε ένα πολύ ζεστό δωμάτιο. Το πρωί μας έφτιαξαν ομελέτες με αυγά από τις κότες τους και μας πρόσφεραν και ντόπιο μέλι, ενώ και τα ντόπια πορτοκάλια που δοκίμασα, ήταν τα πιο ζουμερά και γλυκά που έχω γευτεί ποτέ.
Η πόλη είναι όλη πετρόχτιστη με ένα κάστρο στην κορυφή, από εκεί κοντά καταγόταν και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Η Δημητσάνα απέχει γύρω στη μια ώρα από την Καρύταινα, και οι δύο φημίζονται για τις ταβέρνες τους, δεν έχουν θάλασσα και γιαυτό αποτελούσαν χειμερινό προορισμό για τους Έλληνες, όμως με την κρίση η κίνηση έκοψε. Τα πράγματα όμως εδώ και μερικά χρόνια κάθε Απρίλιο αλλάζουν, πολλοί τουρίστες από Γαλλία, Βρετανία και το Ισραήλ, όπως μας είπανε, κατεβαίνουν μέχρι εκεί λες και δεν έχουν δικές τους μεσαιωνικές πόλεις. Τι βρίσκουν εκτός από κατάλληλες διαφημίσεις; Χαμηλές τιμές, εύκολη κι ευχάριστη πρόσβαση με αυτοκίνητο, οπότε μένουν δυό μέρες σε κάθε μέρος και μέχρι να τελειώσει η άδεια, έχουν γυρίσει τη μισή Πελοπόννησο, που συνδυάζει τα πάντα και συμφέρει. Ασφαλείς μέρη να περιηγηθούν, καθαρά, με τη φύση τους και γρήγορη εναλλαγή τοπίων. Φτηνό και καλό φαγητό, μεγάλες μερίδες που τους κάνουν εντύπωση, τουλάχιστον για τα δεδομένα των ξένων τουριστών.

Μια βόλτα στο Μητροπολιτικό μουσείο της NYC (sexual content)

Τον Μάιο του 2015 αποφάσισα να επισκεφτώ το Μητροπολιτικό Μουσείο του Μανχάταν, στην Πέμπτη Λεωφόρο, που βρίσκεται μαζί με το Guggenheim στα ανατολικά και κατά μήκος του Central Park. 

Πολλοί επισκέπτες μπερδεύονται και βλέποντας τις πινακίδες καταβάλουν το προτεινόμενο αντίτιμο ,από το μουσείο. Αλλά αυτό αποτελεί μια πρόταση για δωρεά, στην πραγματικότητα δίνεις ένα δολάριο, ή όσα θες εσύ και μπαίνεις κανονικά.  

Για να καταφέρω να το δω όλο, που και πάλι δεν ολοκλήρωσα την εξερεύνηση, χάλασα 4 δολάρια πηγαινοερχόμενος για τέσσερις ημέρες.
Το μουσείο ήταν γιγαντιαίο, όσο κόσμο κι αν είχε, περπατιόταν άνετα. 
Το μαγικό σε αυτό το μουσείο είναι η διαδρομή που παίρνει ο επισκέπτης ανακαλύπτοντας με τη σειρά όλους τους πολιτισμούς της γης, τον έναν μετά τον άλλο. Ο θεατής θα διαπιστώσει πως η μια κουλτούρα δανείζει και δανείζεται από την άλλη, σαν μια αλυσιδωτή αντίδραση κυκλικά γύρω από τη γη, από όπου μετακινήθηκε και εγκαταστάθηκε το ανθρώπινο είδος. 
Είναι πραγματικά μεγαλειώδες το πως ένα μουσείο καταφέρνει να εξηγήσει, με εύκολο τρόπο, πως ο ένας πολιτισμός μοιάζει συνέχεια του άλλου. Πως από την Σφίγγα της Αιγύπτου περάσαμε στη Γόργω της Ελλάδας, ύστερα στους ΚουρδοΑσσυριακούς γρύπες και φτάνουμε στην Κίνα των δράκων, από την Κίνα περνάμε στα τοτεμ των γηγενών της Αμερικής, ενώ ύστερα φτάνουμε μέχρι την Ωκεανία, επιστρέφοντας ξανά στην Αφρική. 
Το ταξίδι του ανθρώπινου πολιτισμού περιγράφεται με τον πιο εύκολο και όμορφο τρόπο μέσα από το γύρο του μουσείου, που βρίσκεται στη σύγχρονη μητρόπολη των εθνών. 
Αμφιβάλω φυσικά αν ένας αμόρφωτος χρυσαυγίτης θα κατέληγε στα ίδια πανανθρώπινα και ιστορικά συμπεράσματα, μέσα από έναν τέτοιο διαπολιτισμικό περίπατο. 
Η προσωπική μου εντύπωση, ύστερα από αυτή την τετραήμερη επίσκεψη, είναι πως το ανθρώπινο είδος έχει κοινή διαδρομή, από όπου πέρασε ο άνθρωπος, σε μια διαχρονική μετανάστευση, άφησε κάτι πίσω του, στους νέους τόπους δημιούργησε κάτι καινούργιο, ενώ στη συνέχεια πήρε ξανά μαζί του κάτι...Αυτή η κυκλική πορεία των πολιτισμών και των αλληλοδανείων ανάμεσα στις κουλτούρες, που όσο μακρυά κι αν βρίσκονται τελικά υπάρχει κάτι άμεσο, πάντα κάτι κοινό, που τις συνδέει, ακόμα κι αν η μια πλευρά αγνοεί την ύπαρξη της άλλης. 
Δεν εξηγείται αλλιώς η εξελικτική διαδρομή που φαίνεται να ακολουθεί η τέχνη, με έντονες ομοιότητες ανάμεσα στην Αφρική, περνώντας ύστερα από την Ασία, φτάνοντας μέχρι την Νότιο Αμερική και επιστρέφοντας πάντα αναγεννημένη ξανά, μοιάζοντας να διανύει μια διαρκή κυκλική πορεία.

Όλα κρατάνε μια στιγμή

Όλα κρατάνε μια στιγμή
ας μην με πιάνει ζήλια
ακόμα και η μεγαλύτερη επιτυχία
καταντά συνήθεια
ζούμε για μια στιγμή το άστρο
για μια στιγμή ανοίγουμε το στόμα
μπροστά στο πυροτέχνημα
μια λάμψη που σκορπίζεται
ας μαζέψουμε πολλές
πόσο πιο λαμπερή η ψυχή μας να γίνει πριν το θάνατο;
Με ένα κουμπί τον φυλακίζεις
μα θέλει ζωντανά μάτια να τον θαυμάζουν
πυροτεχνήματα που γίνονται αναμνήσεις
η ολοκλήρωση δεν έρχεται
όσα κλικ κι αν πατήσεις
μπαίνεις στο τριπ και τα αδειανά σου όνειρα γεμίζεις
μια εικονική πραγματικότητα είναι ό,τι σου μείνει
ένα αποτύπωμα θα ταξιδεύει στο άπειρο του κυβερνοχώρου
πάρε ένα μετέωρο βήμα
υπάρχει κι η ελπίδα να μην βρεθείς στο σκουπιδότοπο
και τι αλλάζει άπαξ και καταχωρηθείς και μνημονεύεσαι σαν σήμερα
πως θα το ξέρεις εσύ αυτό
και τι αλλάζει άμα μπεις και σε μουσείο;
Μετράει πόσα ή τι μάτια θα σε βλέπουν όταν τα πυροτεχνήματά σου
που φώτισαν κάποτε τους ουρανούς με το όνομα σου
γίνουν ανάμνηση;

Ο φαντάρος

Ο κόσμος βγαίνει
αλλάζει στέκια 
αποθεώνει σημεία των καιρών

Μονάχα ο στρατιώτης λαχταρά να ξαναβγεί
στην ίδια αυτή ρουτίνα που του στέρησαν,
και κλεισμένος τόσο χρόνο βλέπει τον κόσμο έξω νοσταλγία
ακόμα και τα βρόμικα πεζοδρόμια, τις άθλιες προσόψεις των κτηρίων

Τα κάγκελα έξω από τη μάντρα φαίνονται πάντα ομορφότερα.

Οι άλλοι όμως 
από ποια ρουτίνα λαχταρούν να ξεφύγουν;
Τι φταίει και δεν εκτιμάν την ελευθερία τους;

Ο κόσμος δραπετεύει
μαζεύεται σαν τα ποντίκια στο μετρό
σ΄όποια στάση κι αν κατέβεις
πάντα κάποιος περιμένει
εκτός κι αν είσαι τυχερός
ή άτυχος σαν τον φαντάρο
που ψάχνει για κόσμο.

Το χάραμα

Η πιο γλυκιά στιγμή του 24ωρου
είναι πριν το χάραμα
που ακόμα κυριαρχεί το σκοτάδι
και την ησυχία        
σπάνε τα τζιτζίκια του καλοκαιριού

τα διερχόμενα αυτοκίνητα
μια ξενυχτισμένης πόλης που πρέπει να γλεντά
τα τριζόνια της εξοχής
γύρω από μια σκηνή χιλιόμετρα
απ΄το καυσαέριο μακρυά

εκείνη την ώρα η μοναξιά
βυθίζεται στο όλον της ύπαρξης
και αποδέχεται τον εαυτό της με αγάπη

Φονικές ορδές

Φονικές ορδές κατέκλυσαν τους δρόμους
μοιράζουν ελπίδα φορούν τη φρίκη
υπερθέαμα
ο άρτος παραμένει υπόσχεση
εμείς θα δώσουμε το αλάτι
ας ψάξουν κι εκείνοι το ψωμί
το μπουκαλάκι της ελευθερίας
έχει κόκκινη φλόγα
μεταλλικές φωνές και άναρθρες κραυγές
μόλις το αίμα στάξει
ο στόχος θα φανεί
η επιλογή είναι κρίσιμη αλλά όχι ακατόρθωτη
δικός μας το είπε
εμείς θα τους κάνουμε φάρσα
κι ύστερα θα γλεντήσουμε
σαν ζόμπι στην ταράτσα



Ίδια Γεύση


Την ίδια γεύση έχει η εξάρτηση
την ίδια κι η ανεξαρτησία

μονάχα οι ρόλοι αλλάζουν

Το καρότσι της λαϊκής

Έπαψα να μετανιώνω
έπαψα να λυπάμαι και να θυμάμαι
για όσο κράτησε ήταν όμορφο
για όσο περπατούσες δίπλα μου σε αγαπούσα
για όσο κρατάει ένα σουξέ
για όσο κρατάει ένας κολικός
κι αυτό ήταν κάτι αληθινό και δεν θα μου το πάρεις
εσύ αν θέλεις πέτα το

Έπαψα να περιμένω να αλλάξει ο κόσμος
έπαψα να στεναχωριέμαι και να αναρωτιέμαι
που έφταιξα, τι λάθος έγινε, πως φέρονται έτσι;

Συχνά μια σχέση μοιάζει με καρότσι λαϊκής
τόσα κιλά σακούλες θα σηκώσει,
μα μόλις ξελασκάρει μια βίδα και φύγει το ροδάκι
ένα μάτσο άχρηστα σίδερα θα καταλήξει

στα σκουπίδια ή το πολύ πολύ σε μια αποθήκη,
κι εμείς με ένα σωρό σακούλες στα χέρια 
να περπατάμε ανύμποροι

Στην Ελλάδα της κρίσης

Λίγο πριν τα χαράματα
στη μέση του δρόμου
το φανάρι σταματημένο στο πορτοκαλί
κρύος αέρας μα το ποτό, που ακόμα να τελειώσω
περιμένοντας κάτι, με ζεσταίνει

Στέκομαι και παρατηρώ
τις λευκές γραμμές του οδοστρώματος
πεταμένα τσιγάρα, πούπουλα και κολλημένες τσίχλες
το κεμπαμπτζίδικο απέναντι γεμάτο κόσμο
στριμώχνονται για λίγη πέτσα
χοντρές, λεπτές, ξανθές,
όλες με στενά μπλουζάκια
σχεδόν γυμνές

για εκείνες είναι η εβδομαδιαία τους διασκέδαση
για μένα η ρουτίνα

θέλω να γυρίσω πίσω
στην Ελλάδα της κρίσης
στους χωματόδρομους του νησιού

Η δημοκρατία των σκύλων

Όταν βγάζω βόλτα το σκύλο μου
από τις μάντρες των σπιτιών ξεπροβάλλουν αγριεμένα πρόσωπα
Σαν λυσσασμένα κάνουν
φυλάνε την περιοχή τους
Στο δρόμο μια αγέλη σκύλων μου επιτέθηκε
δεν φρόντισε για αυτά ο δήμος
στο πάρκο κάποιοι αφήνουν ελεύθερους τους σκύλους
άλλοι αγοράζουν μακρύτερο λουρί
Στο δρόμο γεμίζουν με ακαθαρσίες
στο πάρκο παράγουν λίπασμα         

Τα σκυλιά του οικοδεσπότη με υποδέχονται περιεργαστικά
Τα σκυλιά τα αδέσποτα κάτι ζητάνε από μένα
με ακολουθούν, με κοιτούν και με ραγίζουν
Τα σκυλιά του οικοδεσπότη δεν κάθονται ήσυχα
κι όλο γαβγίζουν
Τα σκυλιά των δρόμων κουβαλούν αρρώστιες
Το σκυλί του νοικοκύρη δάγκωσε μωρό
το σκυλί του νοικοκύρη το προστάτεψε
Το κουτάβι ο νοικοκύρης το εξόντωσε
το κουτάβι ο νοικοκύρης περιμάζεψε

Όταν λείπεις σου κρατάνε μούτρα
όταν μένεις σε κοιτούν ερωτευμένα
και όταν έρχεσαι ανυπομονούν
Όταν τα αφήνεις σε τυλίγουν με ενοχές
όταν τα κρατάς γίνονται φορτικά
σε μαθαίνουν τι θα πει φροντίδα
Οι σκύλοι μοιάζουνε με τους ανθρώπους

ίσως για αυτό να ΄ναι οι καλύτεροι φίλοι τους

Η φυλακή της Θρησκείας

Η φαντασία προσφέρει ελευθερία
κάποτε όμως μπορεί να γίνει φυλακή
σε μια πίστη που δεν έχει λογική

Είμαστε πάτσι

Αντάλλαξες την περηφάνια σου για μαγικά φασόλια
που είχαν όμως ξεθυμάνει

και τώρα πια καμία γέφυρα δεν μπορεί να μας ενώσει
βρήκες μονάχα μια κότα στείρα
και για χρυσάφι άνθρακα

αντάλλαξες τις ιδέες σου
την αγνότητα στα μάτια σου
για μερικές στιγμές σε αναρτήσεις
για δυό ακραίες συγκινήσεις

έχασες την αφέλεια που με τσάκιζε
βρόμισες την αθωότητα
που με επέστρεφε
τώρα είμαστε ίδιοι

δεν μου χρωστάς δεν σου χρωστάω

Η αισιοδοξία των αστεριών

Τι αισιοδοξία να έχουνε τα αστέρια;
Τα βλέπουμε λαμπρά την ώρα που χάνονται
Λυτρώνουμε τη ματαιοδοξία μας,
την ώρα που αυτά πεθαίνουν,
κάνοντας ευχές.

Βόλτα στο Εμπορικό



Στο κέντρο της πόλης το επιβλητικό εμπορικό κατεβάζει ρολά
κατηφορίζει μια διαδήλωση δίχως νόημα
υποτονική
κι όμως οι περαστικοί έχουν μάθει να λαμβάνουν μέτρα
να ζουν με το φόβο
κρύβονται πίσω από τις λαμπερές, αλεξίσφαιρες τζαμαρίες.
Οι υπάλληλοι το έχουν συνηθίσει
όπως και πολλά άλλα
"να κοιτάς τη δουλειά σου".

Ένα ζευγάρι χίπστερ περνώντας ανάμεσα
σπέρνει μια ανόητη γοητεία
ας πάω να πιω έναν καφέ κι εγώ
να βρω ένα τραπέζι σε μια γωνιά να κρυφτώ
να παρατηρώ...

Ο καιρός είναι καλός
ό,τι πρέπει για περίπατο

κι ας μη ζεσταίνει τις καρδιές ο ήλιος.

Όνειρα ή Πράξεις;

Ακόμα και οι πράξεις οι καλές
γίνονται συνήθεια βαρετή
Ο άνθρωπος δεν ησυχάζει
Οι πιο όμορφες στιγμές που ζούμε
κάποια στιγμή χωλαίνουν
Κάνουμε όνειρα 
κι αυτό είναι πιο σημαντικό
Η φαντασία μας ποτέ δεν ρημάζει 
ποτέ δεν έβλαψε κανένα
οι πράξεις όμως όσο ωφέλησαν 
άλλο τόσο έβλαψαν κιόλας.

Νεκρά Θάλασσα

Δρόμοι γεμάτοι θύελλες κι οάσεις
δρόμοι που υποσχέθηκαν μετάξι
Πάνω στη Νεκρά θάλασσα η αντανάκλαση
ενός γεμάτου φεγγαριού
σε απόλυτη αρμονία με ένα σκονισμένο
από την έρημο ουρανό
σε μια γαλήνια κι απέραντη ακτή
με διαβαθμίσεις αλατιού κυματιστές
να κρατούν το χώμα μακρυά από το νερό

Η μπλούζα που φόραγες στον ύπνο σου

Δεν μπορούσα να σε ξεκολλήσω απ΄την οθόνη
ούτε εσύ εμένα
τις Κυριακές δεν ήθελες όταν ξυπνούσαμε να τρώμε πρωινό διαβάζοντας εφημερίδες

Όταν έφυγες άρχισα να σε αποζητώ ξανά
Σνίφαρα σαν ναρκωτικό τη μπλούζα που φόραγες στον ύπνο σου
είχε μείνει έντονο το άρωμά σου
από φόβο μην ξεθυμάνει την έκλεισα στο ντουλάπι
όταν το άνοιξα να σε μυρίσω
το άρωμα είχε χαθεί
το ύφασμα είχε ποτιστεί απ΄τα βιβλία.

To κενό που δημιούργησες μέσα μου

Πρέπει να προσέχεις
To κενό που δημιούργησες μέσα μου
συσσώρευσε πολλή ενέργεια
αν εκραγεί θα σε λερώσει απ΄την κορφή ως τα νύχια



Και τι δεν έκανα...

Και τι δεν έκανα απ΄το σχολείο μέχρι εδώ
τώρα που βαρέθηκα
και κάθομαι σπίτι μου
στον καναπέ μου να βουλιάζω
Εξερεύνησα την πόλη
σκοτώθηκα στην πλατεία
το αποτύπωμα απ΄τις ρόδες μου
σ΄όλη την Aθήνα
και προφυλακτικά
πίσω απ΄την εκκλησία
μέτρησα σκαλοπάτια
σκαρφάλωσα σκαλωσιές
σήκωσα γέφυρες
μα πάντοτε θα χρειάζονται μια θυσία
πολύτιμο αίμα
για να στεριώσουν κι αυτές.

Ο Κουτσομπόλης

Δεν το ξέρω αυτό
πότε έγινε;
Αρπάζει το αυτί μου
καθώς περπατώ
και σκέφτομαι χαιρέκακα
Πάντα κάτι θα γίνεται
μην θες να τα μαθαίνεις όλα!

Καταφύγιο

Μεγάλο καταφύγιο η εκκλησία
εκεί καταλήγουν οι γέροι που δεν έζησαν πολλά
εκεί και εκείνοι που ζήσανε αμαρτίες
και τώρα δεν μπορούν να ζήσουν πια

Γεμίζοντας μια σελίδα

Δεν κάνεις τίποτα μου λέει
κι όμως οι λέξεις που χρειάζεται για να περιγράψω τι έκανα
όλη αυτή την ώρα γεμίζουν και μια σελίδα
αυτός όμως
σε μια ώρα
πόσες πια σελίδες παραπάνω
μπορεί να σκεφτεί να γράψει; 

Στις οθόνες...

Δεν αντέχουμε τα θέλω μας
και χτίζουμε ψεύτικες πραγματικότητες
Στις οθόνες βλέπουμε τη ζωή που κυλάει
και παραμένει στάσιμη
βομβαρδισμός συναισθημάτων
εναλλαγές αρωμάτων
Σαν αράχνες ο ένας στο δίχτυ του άλλου
προσπαθούμε να αναρριχηθούμε
Δεν μπορούμε να μισιώμαστε για πάντα
μα δεν προλαβαίνουμε να αγαπηθούμε και πολύ

Μόλις Χθές...

Μόλις χθές βγαίναμε με φίλους
που μας ζήλευαν
Πηγαίναμε στα κλαμπς και χορεύαμε
μόλις προχθές με φιλούσες στα χείλη
τρώγαμε στα ταπεράκια της μαμάς
και βγάζαμε το σκύλο βόλτα
Μόλις χθές νόμιζα πως μ' είχες συγχωρέσει
η ανακούφιση κράτησε λίγο
τα αθώα μηνύματα που αντάλλαζα
να σπάω πότε πότε τη ρουτίνα
να αισθάνομαι κι εγώ αρσενικό
κυνηγός και ποθητός
ίσως και ελεύθερος απ΄την εξάρτησή σου
τα μάζεψες και μου εξαπέλυσες μια ετεροχρονισμένη εκδίκηση
Τώρα παίρνω τους φίλους για συμβουλές
κρυφοκοιτάω έξω απ΄το σπίτι σου να δω μήπως και κάποιος άλλος
πρόλαβε να καταλάβει τη θέση μου
σκέφτομαι το χειρότερο σενάριο και περιμένω στο τηλέφωνο μια ελπίδα
έκανα και μια εγχείρηση και προσφέρθηκες να βγάλεις τα ράμματα,
τις πληγές όμως που μου'χεις αφήσει ανοιχτές ποιος θα τις ράψει;

Ιερουσαλήμ

Όταν ξημέρωσε ο Μοχάμεντ πήρε απ΄το χέρι την Δεββώρα, επισκέφτηκαν την εκκλησία, ο Σεβαστιανός είχε χάσει τον πατέρα του. Ο ναός δεν ήταν ξένος, η μυρωδιά από το λιβάνι τους βοηθούσε να προσαρμοστούν. Το ίδιο συναίσθημα αισθάνονταν και οι τρεις, παρά τις διαφορές τους. Τις ίδιες εικόνες μοιράζονταν τα μάτια τους. Μονάχα τα αρώματα που κουβαλούσαν οι σκιές τους διέφεραν.
Ο Μοχάμεντ τηρούσε το ραμαζάνι, έτσι λοιπόν η Δεββώρα του έκανε παρέα, δεν έφαγε κι εκείνη τίποτα να μην προβάλει πειρασμούς. Ο Σεβαστιανός μονάχα ένα καφέ κατάφερε να πιει και υποσχέθηκε να τους φυλάξει λίγα κόλλυβα κι ας μην τα έτρωγαν, έτσι για το καλό.

Μετά την κηδεία οδήγησαν τον φίλο τους στους κήπους της πόλης και ξάπλωσαν κάτω από τους φοίνικες και τις ελιές. Παρακολουθούσαν τις ακτίνες του ήλιου να γλιστρούν στις φυλλωσιές. Το δράμα τους φάνταζε μικρό μπροστά σε εκείνους τους ογκώδεις λίθους που συγκρατούσαν την Ιερουσαλήμ.

Ξημέρωσε Σάββατο, η απόλυτη ησυχία έσπαγε πότε πότε με ένα φτερούγισμα. Με το ηλιοβασίλεμα η Δεββώρα ετοίμασε το δείπνο. Κάθησαν γύρω απ΄την εννιάφωτη λυχνία κι έφαγαν με όρεξη. Ο Μοχάμεντ δοκίμασε απ΄το ευλογημένο κρασί ενός Ορθόδοξου Ραβίνου και ο Σεβαστιανός τσούγκρισε τα ποτήρια τους στην υγειά εκείνων που τη ζωή θα συνέχιζαν.

Δεν μπορώ να απολαύσω τον έρωτα

Δεν μπορώ να απολαύσω τον έρωτα
ούτε τον ύπνο
ο ένας σε οδηγεί στην τρέλα
κι ο άλλος είναι ο δίδυμος αδερφός του θανάτου
κι εμείς τραβάμε τζούρες για να παρατείνουμε τη ζωή μας

Η αναντιστοιχία του έρωτα


Έρωτας είναι και αυτός της μιας βραδιάς
Έρωτας κι εκείνος των πολλών
και όλοι ξέρουμε σήμερα
όσοι κυρίως ζούμε στη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού
πού καταλήγει εκείνος που θα συνεχιστεί για περισσότερες....

Χορτοφαγία;

Πέφτεις στο κρεβάτι σαν κομμάτι κρέας
ξαπλώνεις σαν τον αστερία
δέχεσαι τον κανιβαλισμό μας
Πολύ θα ήθελα να σε κρεμάσω ανάποδα
με ένα αγκίστρι περασμένο στα χείλη σου
Σκέφτηκα να γίνω χορτοφάγος
μα και πάλι αν σε συμπεριλάβω στο μενού
τέτοιο συναισθηματικό φυτό που είσαι
θα είναι σαν να συνδυάζω
μπριζόλα με σαλάτα
και δεν χρειάζομαι δίαιτα
Θα προτιμήσω να επισκεφτώ ένα καλό εστιατόριο
το ίδιο χαμογελαστοί υποκριτές θα είναι και οι σερβιτόροι
τα ίδια λεφτά θα χαλάσω
τον ίδιο κόπο και χρόνο θα χάσω
Ας πεθάνω από χοληστερίνη 
τουλάχιστον θα έχω νιώσει
είναι και το ντεκόρ μια σημαντική λεπτομέρεια.


Ανακαίνιση

Πάλι συγύρισα το σπίτι
κι ανακάλυψα παλιά τραγούδια μου
απόρησα τι τη φυλάω τη σαβούρα τόσο καιρό
κι αυτά όπως κι εσύ θέλουνε πέταμα
θα κάνω μια ανακαίνιση.
Λεφτά δεν έχω
ευτυχώς έχω φίλους.

Άγαλμα

Αφού με βύθισες στο σκότος
τώρα γυρνάς με ένα φακό
στο φως να μ΄ανασύρεις;

Ο φόβος του ανεκπλήρωτου



Κάθε φορά που πέφτω να κοιμηθώ

με πιάνει ο φόβος του ανεκπλήρωτου

λίγο ακόμα να κρατήσω τις αισθήσεις μου

πόσα έργα θα μπορούσα να δημιουργήσω

τις ώρες που με επισκέπτεται

ο αδελφός του θανάτου

και το δέρμα μου ψάχνει την αθανασία

και τα όνειρα σκάβουν στο ασυνείδητο

η επόμενη μέρα ας είναι όπως κι η χθεσινή

να αρχίσει με καφέ και τσιγάρο

με την ίδια βούληση για ζωή

Μια Πρωτοχρονιά

Μικρός αναζητείς να μάθεις την αλήθεια για τη ζωή
στερνή μου γνώση να σ΄είχα πρώτα τραγουδάς μεγάλος
Μικρός πασχίζεις να πάρεις τα εύσημα , τα μπράβο
σε έναν ατέρμονο αγώνα δρόμου με τη φύση, το χρόνο,
τους άλλους ανθρώπους
Κι όλα τα βραβεία σου θα τα ΄χεις να τα δείχνεις γέρος
σε σκονισμένα ράφια
ανήμπορος πια ο,τι κι αν είσαι, όπου κι αν βρίσκεσαι
με μια τσάντα γεμάτη χάπια κι αναμνήσεις
Κι οι μέρες κυλάνε σαν νερό
Γιαυτό προτίμησες να συνηθίσεις
μόνο μερικές φορές το χρόνο
να κάνεις τις νύχτες μαγικές
μια Πρωτοχρονιά
έναν 15αύγουστο
ένα Σάββατο.

Τα ζώα της φάρμας στο χωριό

Στο χωριό μου ο θείος ο Σιδερής είχε γουρουνάκι
κάθε φορά που πήγαινα το χάζευα
προσπαθούσα να το προσεγγίσω
να το χαϊδέψω
το παρατηρούσα με τις ώρες
στεκόμουν έξω από την περίφραξη
μιμόμουν τους ήχους του
άρχισε να με θυμάται
περνούσα και μου φώναζε
σηκωνόταν στο φράχτη να το δω
να το χαιρετίσω
ύστερα τέλειωσε το καλοκαίρι
μου το 'στειλαν σε δέμα απ΄το χωριό
κι ανάψαμε το μπάρμπεκιου
δεν ήξερα με τι είδους τύψεις το 'τρωγα
μετά από τόσο καιρό
είχαμε προβάλει τις αντιρρήσεις μας στο θείο
αλλά ο νόμος της φάρμας δεν αλλάζει

Στο ίδιο σπίτι η θεία Τζένη
φρόντιζε και μια κοτούλα
μικρή όταν ήταν πιάστηκε το ράμφος της στην πόρτα
στράβωσε μια για πάντα
μεγάλωσε κι η όψη της ήταν αλλόκοτη
δεν ήξερα αν με αηδίαζε ή αν τη λυπόμουν
κανείς δεν την ήθελε αυτή την κότα
είχε όμως καταφέρει να διεκδικήσει μια θέση έξω απ΄το κοτέτσι
κυκλοφορούσε ανενόχλητη πάνω κάτω στην αυλή
η θεία της έδινε μεγάλη προσοχή
δεν είχε δικά της παιδιά
της έφτιαχνε ξεχωριστά ρυζάκι κι ο,τι άλλο
όταν φύγαμε ο θείος έστειλε πεσκέσι τα μπουτάκια
αδύνατον να μαγειρέψει, αδύνατον να φάει
απαρηγόρητη η καημένη θεία
δεν είχε σκοπό της να αναθρέψει αυτή την κότα για να της τη σφάξουν
πίστευε ίσως πως η ασκήμια ήταν το τίμημα για την ελευθερία της

Κάποιος όμως γλίτωσε σ΄αυτή τη φάρμα
όσο ζούσε η γιαγιά Αληθινιώ
ήταν μια έξυπνη κοτούλα που όλο γεννούσε αυγουλάκια
κι όλο της τα παίρναμε
μια μέρα πονήρεψε κι εξαφανίστηκε
Που είναι η κότα βρε, που πήγε η κοτούλα μας;
Η κότα ηπέτασε μια μέρα
πήγε και βρήκε μια κρυψώνα
κάμποσους μήνες ήταν άφαντη
έθρεψε τα μικρά κοτόπουλα
και να ΄σου τη μια μέρα καμαρωτή καμαρωτή
να επιστρέφει και πίσω τα κλωσόπουλα σειρά
στάθηκε έξω από την πόρτα στην αυλή
περιμένοντας να έρθει η γιαγιά μας να τη δει
κι από τότε συνέχισε να μας προσφέρει τα αυγά της
χωρίς να ξαναφύγει